Πώς αναρρώνει ο άνθρωπος από ένα συναισθηματικό γεγονός?

Διάβασα πρόσφατα μία μελέτη, η οποία μου άρεσε πολύ και θέλω να τη μοιραστώ μαζί σου. Δεν είναι πρόσφατη, και μπορεί μετά από 10 χρόνια τα πράγματα να έχουν αλλάξει, όμως στην αναφέρω γιατί μπορεί να σου δώσει με τον τρόπο της, ένα είδος δύναμης. Τη δύναμη της γνώσης ότι μπορείς να ξεπερνάς δύσκολα γεγονότα, πιο ελαφριά και πιο γρήγορα από την αρχική σου εκτίμηση.

Σκοπός της μελέτης ήταν να ανακαλύψουν, αν η αρχική πρόβλεψη που κάνουν οι άνθρωποι για την απόκρισή τους σε ένα έντονο δυσάρεστο συναισθηματικό γεγονός της ζωής τους είναι κοντά στο τι πραγματικά νιώθουν όταν αυτό συμβεί καθώς και πόσο χρόνο χρειάζονται για να το ξεπεράσουν. 

Επίσης ερεύνησαν σε ποιον παράγοντα οφείλεται η αρχική λάθος εκτίμηση: στην λάθος εκτίμηση των αρχικών αντιδράσεων (προκατάληψη αρχικής έντασης) ή στην λάθος εκτίμηση του χρόνου με τον οποίο μειώνονται αυτές οι αντιδράσεις,ή μήπως και στους δύο παράγοντες. 

Για την έρευνα, χρησιμοποιήθηκε ένα συγκεκριμένο δυσάρεστο γεγονός της ζωής που πάντα προκαλεί  αναστάτωση: η διάλυση μίας ρομαντικής σχέσης. 

Το συμπέρασμα που βγήκε, ήταν πως υπάρχει σφάλμα στην πρόβλεψη της απόκρισης και οφείλεται εξ ολοκλήρου σε μία αρχική εκτίμηση ότι θα είναι πιο έντονα τα συναισθήματα τους. Όχι όμως στο ρυθμό που αυτά θα μειωθούν τελικά. Πολλοί μάλιστα συμμετέχοντες που ήταν πιο ερωτευμένοι με τους συντρόφους τους, και θεώρησαν απίθανο να ξεκινήσουν σύντομα μία νέα σχέση, τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν ανακριβείς στις προβλέψεις τους. 

Με ποια διαδικασία οδηγήθηκαν σε αυτά τα συμπεράσματα? 

Για 38 εβδομάδες, οι συμμετέχοντες (φοιτητές) στη μελέτη, συμπλήρωναν ένα ερωτηματολόγιο που λάμβαναν με το ταχυδρομείο στην πανεπιστημιούπολη και ένα ακόμα, διαδικτυακό ερωτηματολόγιο κάθε δύο εβδομάδες. 

Μέσα από τις απαντήσεις τους, διαπιστώθηκε ότι η εκτιμώμενη δυσφορία τους για το χωρισμό ακόμα και 10 εβδομάδες μετά το γεγονός,  ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την πραγματική τους δυσφορία καθώς και ότι και οι δύο τύποι δυσφορίας μειώνονταν σημαντικά με το πέρασμα του χρόνου. 

Αυτή η μελέτη δηλαδή, διερεύνησε την εκτιμώμενη και πραγματική αγωνία των συμμετεχόντων ως αντίδραση στη διάλυση μιας ρομαντικής σχέσης. Κατά μέσο όρο, τα αρχικά εκτιμώμενα επίπεδα αγωνίας των συμμετεχόντων, υπερεκτιμησαν την πραγματική αγωνία τους κατά τη διάρκεια της περιόδου 3 μηνών μετά τον χωρισμό. Η πραγματική αγωνία των συμμετεχόντων μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου.

Δηλαδή, ακόμη και όταν οι συμμετέχοντες ανέφεραν για πρώτη φορά ότι είχαν χωρίσει με τον σύντροφο τους δεν ήταν τόσο στενοχωρημένοι όσο είχαν προβλέψει 2 εβδομάδες νωρίτερα. Αλλά οι συμμετέχοντες δεν έκαναν το πρόσθετο λάθος να προβλέψουν ότι ο ρυθμός ανάρρωσής τους από τον χωρισμό θα ήταν πιο αργός από ό,τι ήταν τελικά. Στην πραγματικότητα, οι συμμετέχοντες προέβλεψαν ότι θα βιώσουν και όντως θα αντιμετώπιζαν φθίνουσα δυσφορία καθώς περνούσε ο χρόνος μετά τον χωρισμό, αλλά επειδή είχαν αρχικά υπερεκτιμήσει τη στενοχώρια τους, οι προβλεπόμενες βαθμολογίες αγωνίας των συμμετεχόντων παρέμειναν σημαντικά υψηλότερες από την πραγματική τους αγωνία ακόμη και αρκετούς μήνες μετά τον χωρισμό.

Μια δεύτερη σειρά αναλύσεων αποκάλυψε ότι δεν διέπραξαν όλοι οι συμμετέχοντες λάθη συναισθηματικής πρόβλεψης. Η αρχική εκτίμηση της έντασης ήταν πιο έντονη για άτομα που (α) ήταν περισσότερο ερωτευμένα με τους συντρόφους τους, και (β) ένιωθαν ότι ήταν λιγότερο πιθανό ότι θα ξεκινούσαν σύντομα μια νέα σχέση.

Με άλλα λόγια, η διαφορά μεταξύ της προβλεπόμενης και της πραγματικής δυσφορίας σε αυτό το συγκεκριμένο χρονικό σημείο μπορεί να υποδηλώνει άγνοια των συμμετεχόντων για την ταχύτητα με την οποία εξασθενούν οι συναισθηματικές τους αντιδράσεις. 

Ένας ρομαντικός χωρισμός είναι από πολλές απόψεις ένα ιδανικό γεγονός για την παρατήρηση της συναισθηματικής πρόβλεψης.

Ωστόσο, αντιπροσωπεύει μόνο ένα είδος συναισθηματικά οδυνηρού γεγονότος. 

Σίγουρα οι προβλέψεις μπορούν να παίζουν διαφορετικά ανάλογα με το γεγονός αυτό. Και αυτό γιατί ειδικά στους χωρισμούς οι συμμετέχοντες μπορεί να υποβαθμίσουν την πραγματική τους αγωνία ώστε να αποφύγουν να νιώσουν απόρριψη ή πιο ευάλωτοι. Μια μελέτη που θα γινόταν σε πολλαπλούς συναισθηματικούς τομείς, θα ήταν πιο χρήσιμη στο να ανακαλύψει αν η αρχική εκτίμηση της έντασης της απόκρισης και όχι του χρόνου φθοράς της απόκρισης, χαρακτηρίζει τα σφάλματα πρόβλεψης. Αυτό που έχει δείξει πάντως η βιβλιογραφία για τις συναισθηματικές προβλέψεις είναι ότι η ανάκαμψη απαιτεί λιγότερο χρόνο από ότι οι άνθρωποι αρχικά αναμένουν. 

Πηγή: Mispredicting distress following romantic breakup: Revealing the time course of the affective forecasting error ( P. W. Eastwick , E. J. Finkel, T. Krishnamurti, G. Loewenstein )